Skip navigation

Category Archives: short stories

Κλαις; (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events

Now you say you’re lonely
You cried the long night through
Well, you can cry me a river
Cry me a river
I cried a river over you

Nadja: Why are you looking at me like that?
Bill: I followed you down the street, once.

You ask people to forgive but you do not forgive yourself. And it’s very telling how you now respond by icing these people & withdrawing emotional intimacy seemingly as form of punishment.

Why nuke all these shared moments? Why burn Leda and the Swan? Emotional withdrawal and withdrawal of intimacy is what an abuser does in a toxic relationship.

You said you were a Kafka fan, and I remember how Kafka wanted all his work destroyed after his death. We are only able to read his works in the present because someone violated Kafka’s deathbed wish. I could no longer read Kafka when I found out.

Because I have saved a couple of the moments you’ve nuked, I have now unwillingly become the keeper of a secret.

I have a moment here where you’re drunkenly trying to play Bach. You stagger over to your piano, arrange the tabs with trembling hands & begin to play, I can tell by ear that you are messing up, quickly you give up. You stagger back to the microphone, you apologize, go back to the piano and then you play the blues which you manage better.

I kept this moment because I was surprised at how self-conscious you were of your playing despite being so drunk. I came across this moment while researching you, back when I was so angry at you yet fascinated enough to keep searching for the answers you would not give. It was a moment that humanized you in my eyes after I had so thoroughly dehumanized you, so I kept it. Because before that moment, I could only see you as a drunk in a dress.

This moment, by virtue of being memory-holed by you, has now been turned into a secret, and I have become the keeper of this secret against my will. Secrets burn a hole in your soul the way money burns a hole in your poket, and I hate being the keeper of secrets.


Είμαι μια χαρά (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Δεν έχω μυστικό.
Μόνη κοιμάμαι.
Μόνη τρώω.
Έχω φίλους πολλούς.
Δεν ζητάω βοήθεια
Σας λέω, είμαι μια χαρά.
Είμαι μια χαρά.


“Κάποιος πρέπει να με σταματήσει” (short story)

This short story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει, “Κάποιος πρέπει να με σταματήσει”
Αλλά ποιος την ακούει να παρακαλάει;
“Θέλω να είμαι όμορφη και με τρελαίνει.”
Κάποιος πρέπει να με σταματήσει και εμένα
Να μην την πατήσω
Και σε πάρω όταν σε βλέπω να παρακαλάς έτσι
Σε βλέπω να κλαις για το αγόρι που έχασες
Και κλαίω και εγώ μαζί σου για το χαμένο αγόρι σου
Καταδικασμένες να κλαίμε ξεχωριστά
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε παρηγορήσω
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε σταματήσω
Ποιος θα σου πει πως είναι πια αργά
Ποιος θα σου πει πως τα πράγματα δεν πάνε καλά
Under neon loneliness
Το πιο όμορφο κορίτσι του σκουπιδότοπου
Ψάχνει της πόλης την κυρά
Πυρετώδης τριγυρνά
Κανένας δεν την σταματά
Να μου την προσέχετε
Γύρω της να χορεύετε
Και να την χαϊδεύετε

Σε είδα επιτέλους στο όνειρο μου πριν μερικές μέρες. Ήμουν στην κουζίνα μου, η τουλάχιστον σε ένα δωμάτιο που ήταν η κουζίνα μου, και είπα κάτι, δεν θυμάμαι καν τί η σε σχέση με τί. Στην άλλη μεριά του δωματίου εμφανίστηκες εσύ, φορούσες το μαύρο φόρεμα σου με την άσπρη δαντέλα στους ώμους, κρατούσες ένα ποτό στο χέρι, και μου είπες κάτι πολύ πιο έξυπνο από αυτό που είπα πριν εγώ. Δεν θυμάμαι καν τί. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ με την ιδιοφυΐα σου που ξύπνησα. Ήθελα να με ξαναπάρει ο ύπνος για να ακούσω τί άλλο έχεις να μου πεις αλλά δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Προσπαθώντας, άκουσα την φωνή σου να λέει, “emotions matter”. Θέλω πολύ να ακούσω τι άλλο έχεις να μου πεις. Έλα να με ξανάβρεις στο όνειρο.


Η Ναταλίτσα και ο δυστυχισμένος κλόουν (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει πως εάν είχε μια χρονομηχανή θα πήγαινε πίσω στο έτος 2013 να βρει τον δυστυχισμένο κλόουν στην Περιφέρεια της Ουάσινγκτον. Εκείνος ο κλόουν που είχε τάσεις αυτοκτονίας. Ο κλόουν που έβλεπε μια γυναίκα που μισούσε τον σύζυγο της να πέφτει κατάμουτρα μπροστά του και να σπάει τα δόντια της στο ασφαλτόδρομο. “Συνέχιζε να μελετάς την Βίβλο σου!”, του είπε μια θεούσα. Κάθε βράδυ μετά από την δουλειά την έριχνε στο πιοτό. Αργότερα τα Σαββατοκύριακα στο ταξί άκουγε από το ραδιόφωνο την καντάτα του Μπαχ να του τρυπώνει την ψυχή σαν αγκίστρι και δεν άντεχε. Έκλαιγε μόνος μέσα στο αμάξι. Η Ναταλίτσα ακόμα δακρύζει θυμώντας αυτόν τον κλόουν χαμένος πια στο παρελθόν. “Θα ήθελα να με έβλεπε όπως είμαι τώρα και να ήξερε πως υπάρχει ελπίδα.”.

Το 2013, στην άλλη μεριά του κόσμου γνώρισα και εγώ έναν δυστυχισμένο κλόουν που είναι πότης. Ένας κλόουν με μακριές βλεφαρίδες σαν τις δικές σου και χάντρες στολίδια γύρω από τα μάτια του, όπως σε είδα να φοράς κάποτε και εσύ όταν ήσουνα ακόμα αγόρι. Σε αντίθεση με εσένα Ναταλίτσα μπόρεσα και του μίλησα και αργότερα τον συνάντησα. Γίναμε φίλοι και μου χάρισε την μουσική του να με παρηγορεί και να με νανουρίζει. Τώρα πια σταμάτησε να φοράει μέικαπ και σταμάτησε πια να είναι κλόουν. Σταμάτησε να τραγουδάει. Κανένας δεν ξέρει τι έγινε η κιθάρα του η Ελπίδα. Συνεχίζει να πίνει. Ζει άκαρδος με τα ρομποτάκια του όπως εσύ με τα μανεκέν σου. Abigail left him some candy after he died.

Another one of those dazzling coincidences that logicians loathe and poets love.
Αχ Ναταλίτσα μου, έχω μόνο λέξεις να παίζω.

Writing a story is like walking around inside a movie, each of the film slices suddenly jut up and you see every aspect of the scene as if it were a holograph you could turn every which way in slow forward or fast back and even remote viewing. One can adjust the stage, move the […]

via Thoughts on Writing a Story — Techno Occulture

Phantom limbs curried with rice and green onions (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Καταραμένο τηλέφωνο. Μισώ τα τηλέφωνα και μισώ την φωνή μου. Πατάει το αστέρι τριανταπέντε αστέρι για να εξαφανιστεί, μετά πατάει το νούμερο που αρχίζει με μηδέν μηδέν ένα και ακούει τον ήχο στην άλλη άκρη του κόσμου. Πως να της μιλήσω αφού μου έκοψαν την γλώσσα, σκέφτεται ενώ τα δάκρυα τρέχουν από τα μάγουλα της. Πως ζητάς συγνώμη όταν δεν έχεις γλώσσα να το πεις. Μακάρι να μου βγει ο τηλεφωνητής. Μακάρι να να έχει ακυρωθεί αυτό το νούμερο. Μακάρι να το ξεχνούσα το βράδυ που το βρήκα. Δεν αντέχω να γνωρίζω αυτό το νουμερο και να ζω με την γνώση πως ποτέ δεν της μίλησα.

Ακούει την φωνή του πιο ομορφου κοριτσιού στην άλλη άκρη του κόσμου να απαντάει. Της φαινεται σχεδόν απίστευτο. Με την γλώσσα που δεν έχει της λέει:

“Γεια σου Ναταλία, είμαι η Μαύρη Καραμέλα, σε παρακαλώ μην μου κλίνεις το τηλέφωνο στο αυτί. Θέλω μόνο να σου κάνω μια ερώτηση. Πήρες της αποστολές μου; Διαβάζεις αυτά που σου γράφω;”

Πριν προλάβει να κλείσει το τρομαγμένο κορίτσι το τηλέφωνο το έχει ήδη κλείσει αυτή από την πλευρά της. Δεν άντεξε να ακούσει την απάντηση που δεν θα έπαιρνε ποτέ. Κοιτάει το τραπέζι που έχει λερώσει με τα αίματα που τρέχουν από το στόμα της. Σε μια γωνιά του τραπεζιού βλέπει την ακρωτηριασμένη γλώσσα της. Στο πάτωμα έχει πέσει το κομμάτι του σπασμένου καθρέφτη που πήρε και αφέρεσε την γλώσσα της. “Αυτό είναι μάλλον το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να της έκανα.”.


Η Ναταλίτσα και οι τέσσερις εποχές του Αλφόνς Μούκα (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Βαρεμάρα μου τρομάρα μου.
Θυμάσαι που κάποτε πηγενές για βόλτα στο δάσος;
Για να τα ξεχάσεις όλα αυτά και να σκεφτείς άλλα;
Δεν θα σου άρεσε να πηγενές πάλι εκεί;
Έτσι όπως είσαι τώρα;
Να φορούσες το πιο όμορφο σου φουστάνι και να περπατάς στο δάσος για ώρες μόνη;
Να νιώθεις τον φθινοπωρινό αέρα στα μαλλια σου;
Το Οκτωβριανό κρύο που σου κρατάει παρέα από τότε που γενήθηκες;
Ναταλίτσα, θέλω να νιώσεις το γλυκό Οκτωβριανό κρύο εκεί έξω στο δάσος να σου μαστιγώνει το σώμα.
Όχι αυτό το φρικτό κρύο που σε καίει από μέσα.
Αυτήν την ψυχρή φωτιά που σβήνεις κάθε φορά που πίνεις.

Στα βάθη του δάσους βρίσκεται μια λίμνη.
Εκεί βρίσκεις τις τέσσερις εποχές του Αλφόνς Μούκα.
Την ανοιξιάτικη.
Την καλοκαιρινή.
Την φθινοπωρινή.
Την χειμωνιάτικη.
Η μια σου τραγουδά.
Αυτή με τις παπαρούνες σου φέρνει τα πιο απαγορευμένα.
Μεθάς πάλι με την άλλην.
Αυτή με τα κρύα χέρια σου δίνει να χαϊδέψεις το πουλάκι που κρύβει στην χούφτα της.
Σου στολίζουν τα μαλλιά με λουλούδια.
Σε βυθίζουν στα νερά της λίμνης.

Κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο σας βλέπω μαζί.
Φοβάμαι μην αντικρίσω τα μάτια σου.
Θέλω και εγώ να χαθώ εκεί που χάνονται οι τέσσερις εποχές της ζωής σου.
Στο δάσος με τα νεκρά κουνέλια.


Κάθε νύχτα προσευχομαι στην Σκοτεινή Μητέρα να φιλήσει το πιο όμορφο κορίτσι στο στόμα (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Σκοτεινή Μητέρα σε παρακαλώ φίλησε το πιο όμορφο κορίτσι σήμερα το βράδυ και κάθε βράδυ για να μην είναι μόνη με το όπλο στο στόμα. Στείλε της μουσική και κορίτσια και σοφία και δολλάρια και ότι άλλο επιθυμεί. Βγάλε της το όπλο από το στόμα για να ακούσω έστω και μια φορά την πραγματικά δικιά της φωνή.

It gets lonliest at night
Down at the liquor store
Beneath the neon sky
Our moonlight

How were we born into this mess?
I know I painted you a prettier picture, baby
But we were run out on a rail
Fell from the wagon to the night train

I kissed the bottle
I should’ve been kissing you
You wake up to an empty night
With tears for two

Cigarettes they fill the gaps
In our empty days
Say mister, can you spare a dime?
Some change could make a change
Could buy some time
Some freedom
Or an ear to hear my story
It’s all I’ve got
My fiction beats the hell out of my truth
A palm upturned burnt blue
Don’t call it sunburn

You’ve been shaking on the job
Just one drink ahead of your past
There’s a white light coming up
You draw the blinds hoping it’ll pass

I kissed the bottle
I should’ve been kissing you
You wake up to an empty night
With tears for two


There is no need for you to go to bed every night with the barrel of a gun in your mouth (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Το πιο όμορφο κορίτσι που έχω δει δεν το βλέπει κανένας πια εκτός από τους ντελιβεράδες. Δυστυχώς δεν της πηγαίνουν τίποτα από αυτά που εγώ θα ήθελα να της πηγεναν.

Το πιο όμορφο κορίτσι είναι κλεισμένο στο σπίτι της γιατί φοβάται τους φασίστες που σφάζουν τα όμορφα κορίτσια από την κακια τους και την ζηλια τους. Εγώ όμως στην τρέλα μου πιστεύω πως εάν την αντίκριζαν οι φασίστες μπροστά τους θα έπαυαν πια να είναι φασίστες.

Όλος ο κόσμος θέλει να την λούσει με δώρα για να την ευχαριστήσει για τις αλήθειες που λέει αλλά αυτή φοβάται μην της στείλουνε οι φασίστες βόμβες και παράξενες πούδρες. “white powder! yellow powder is usually pretty good too. black powder is probably ground up coffee beans. you’ve been warned.”. Δεν έχει ταχυδρομικό κιβώτιο για αυτόν τον λόγο. Γελάει με αυτά γιατί είναι και ευκαιρία να δείξει το χαμόγελο της. Και να είχε ταχυδρομικό κιβώτιο δεν θα την ενοχλούσα στέλνοντας της κάτι για να μην την φοβήσω περισσοτερο από ότι είναι φοβισμένη. Έτσι κι αλλιώς κι εγώ φοβάμαι. Την είπα ψευτρα άδικα. Το ξέρει πολύ πολύ καλά πως και να ήθελα δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις αλήθειες που απλόχερα μου χάρισε. Τα δώρα που θέλω να της στείλω δεν τα παραδίνει ούτε ο ταχυδρόμος, ούτε ο ντελιβεράς. Υπάρχουν μόνο εδώ, και έτσι είναι σαν να μην υπάρχουν καθόλου.

Θα κάτσω λοιπόν εδώ, και θα της γράψω άλλη μια επιστολή που ποτέ δεν θα λάβει. Αν και πάντα φαντάζομαι τα μάτια της πάνω από αυτά τα γράμματα που δεν καταλαβαίνει. Πάντα την φαντάζομαι να καρτερεί και να γελάει. Ακούω το γέλιο της στο μυαλό μου και γελάω μαζί της. Παίρνει αυτά που φοβάμαι περισσότερο και με κάνει να γελάω με τους φόβους μου. Έστω για λίγο δεν φοβάμαι πια.

Λέει πως κάθε βράδυ που τα ζευγάρια αγαπιούνται αυτή πάει για ύπνο μόνη με το όπλο στο στόμα.

Ναταλίτσα, δεν χρειάζεται να κοιμάσαι με το όπλο στο στόμα.

Η Μαύρη Καραμέλα τρώει την Κόκκινη Καραμέλα με Γεύση Γλυκόριζας (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Του λέω διάβασε αυτό και θα καταλάβεις τί έχω πάθει. Έχω ερωτευτεί ένα αγόρι που θέλει να είναι κορίτσι και θέλει και να γαμεί κοριτσάκια σαν κορίτσι. Βρε πάλι τα ίδια, μου λες. Ναι, πάλι τα ίδια. Πάλι Αμερικανός; Ναι πάλι γαμώτο μου. Πάλι φιλόσοφος; Ναι πάλι. Πάλι σκηνοθέτης; Πάλι. Πάλι με φούστες και μέικαπ; Πάλι. Πάλι πισωγλέντης; Πάλι. Hell, if fucking history didn’t repeat itself there would be no such thing as thrusting rhythm. Του έριξα μια μαχαίρια, μάλλον μερικές, μάλλον παραπάνω από ότι έπρεπε γιατί δεν άντεχα. Αυτός απλώς έβγαλε το μαχαίρι από εκεί που το είχα καρφώσει και με κάρφωσε εδώ στο κούτελο. Από τότε κρυφοκοιταζόμαστε και βλέπουμε η μια την άλλην να χύνει αίμα. Πάω εγώ από εκεί, έρχεται αυτός από εδώ. Εδώ είναι αυτήν την στιγμή και αναρωτιέται τί λέμε. But I feel guilty, and I am afraid and ashamed, και για αυτό δεν τον αφήνω να διαβάσει αυτά που λέμε στην γλώσσα του. Με είχε βάλει πάνω στην γλώσσα του πριν μερικές μέρες. Λέει πως θέλει να με ρουφάει σαν μαύρη καραμέλα με γεύση γλυκόριζα. Πως η γεύση μου του θυμίζει το αψέντι και πως θέλει να με ξαναδοκιμάσει, και μάλιστα μπροστά σε όλο τον κόσμο. Θα φρίκαρα και θα ντρεπόμουνα πολύ αν το έκανε αυτό. Εγώ όλα αυτά τα γράφω γιατί δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Αλλά ξέρω πως έχει γαντζωθεί μέσα μου. Και όταν διαβάζω πως είναι μόνος με την τρέλα του θέλω να τον πάρω και να τον παρηγορήσω αλλά ο φόβος μου έχει κόψει τα χέρια και την γλώσσα. “Ναταλίτσα μου είσαι το πιο όμορφο κορίτσι που έχω δει ποτέ και υποφέρω να σε βλέπω να πονάς μοναχούλι και να πνιγείς την μοναξιά σου με τον μόνο έρωτα σου.”. Λόγια που δεν θα με ακούσει να λέω ποτέ. Δεν μιλάει κανένας στην τρέλα μου. Ούτε εγώ της μιλάω για να μην την ακούω να μου λέει τα παράπονα της. Μόνο αυτή ξυπνάει την τρέλα που προσπάθησα να θάψω μέσα μου. I am constantly seconds between whispering to you, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν θα ακούσεις ούτε μια λέξη δικιά μου στο αυτή σου. Της αρέσουν μόνο οι μάγισσες και το πιοτό, και έτσι χθες που πάλι την κρυφοκοιτούσα και την είδα που ήταν μόνη, της έστειλα μάγισσες και ένα κοκτέιλ από τον παλιό καιρό. Δώρα που ποτέ δεν θα λάβει. Την σκέφτομαι έτσι μόνη και και μεθυσμένη, την λυπάμαι περισσότερο από ότι λυπάμαι τον εαυτό μου και φαντάζομαι γατούλες και κορίτσια να κουλουριάζουν στα ατελείωτα πόδια της με τα νύχια τον ποδιών βαμένα κόκκινα. Ναταλίτσα μόνη.