Skip navigation

Category Archives: short stories

Άμπυ και Τζούλια (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Με το μαύρο μπλουζάκι ΧιΧι και ΧαΧα και ΧουΧου και την μαύρη φούστα που ήταν κοντότερη από ότι συνήθως προτιμούσε, η Άμπυ η μαυροφορεμένη φεμινίστρια καθόταν σε μια γωνιά του μπαρ με τα κάγκελα άρπες μπροστά από τα παράθυρα και διάβαζε το “Η Γυναίκα Ευνούχος” της Γκριρ. Στο αριστερό της μπράτσο μόλις κάτω από το μανίκι φαίνεται ένα τσιρότο. Πληγή, νικοτίνη, οιστρογόνη; Δεν την πολυνοιάζει έτσι χαμένη που ήταν στο βιβλίο της.

“Μπα, ποιος διαβάζει πια Γκριρ;” άκουει μια φωνή τα ρωτάει κάπως ιρονικά. Κοιτάει και βλέπει μια κοντόκορμη στρουμπούλη σαραντάρα να της χαμογελάει. Κάπως έτσι άρχιζει η κουβέντα. Μιλώντας για τον φεμινισμό η Άμπυ κατάλαβε πως η Τζούλια ήταν μορφωμένη και διαβασμένη πάνω στο θέμα περισσότερο απ’ ότι περίμενε. Κουβεντιάζοντας για ενοχλητικούς συνεργάτες έφτασε η ώρα για τα ποτά. Η Άμπυ δεν ξέρει από ποτά και αφήνει την Τζούλια να της παραγγήλει κάτι. Αργά αργά μεθώντας μαζί και προς το τέλος της κουβέντας η Τζούλια ρωτάει την Άμπυ αν επιτρέπει να την φιλήσει. Η Άμπυ απαντάει την ερώτηση φιλώντας η ίδια την Τζούλια. Μετά πάει σπίτι και κάθοντας στον υπολογιστή της σκέφτεται πως έχει να φιλήσει κορίτσι εδώ και χρόνια. Της λείπουν τα κορίτσια και λυπάται που τα αντικρίζει πια μόνο στην οθόνη και στο γραφείο της. Μεγάλη τύχη η Τζούλια.

Την επόμενη μέρα ξαναπετυχαίνονται στο μπαρ και η Άμπυ καταχαρούμενη αγκαλιάζει την Τζούλια και την φιλάει στο μάγουλο. Της ψιθυρίζει στο αυτί, “Κοίτα πίσω σου αλλά διακριτικά. Δες εκείνον τον αυτογυναικόφιλο εκεί δα. Αυτό το τερατοειδές νομίζει τώρα πως είναι γυναίκα; Αμέσως τον κατάλαβα όταν μπήκε στο μπαρ. Λες και έχω ραντάρ, σου λέω. Ο ναρκισμός τους δεν έχει όρια.”. Γελάει και βλέπει πως η Τζούλια δεν γελάει. “Τι αστικούρασή είναι αυτή τώρα; Μην μου πεις πως είσαι και εσύ με αυτους τους διεμφυλικούς. Δεν σου ταιριάζει καθόλου τέτοιος φιλελευθερισμός…”.

“Άμπυ, είμαι και εγώ τρανς.”

Η Άμπυ, χλωμότερη από ποτέ, φοράει την μάσκα του τρόμου.

“Μάλλον δεν με έπιασε το ραντάρ σου!” της χαμογελάει η Τζούλια. Η Άμπυ αρχίζει να τρέμει.

“Φίλησα άντρα;!” λέει τρέμοντας η Άμπυ. “Είναι βιασμός αυτό;!”

“Άμπυ…” της λέει η Τζούλια και πάει να της πιάσει το χέρι.

“Μην με αγγιζεις!” της γαβγίζει η Άμπυ και πετάγεται προς τα πίσω. “Δεν θέλω πούτσους! Δεν κατάλαβες πως είμαι λεσβία;”

“Ξέρεις, εγχειριστηκα πριν αρκετα χρόνια. Το έχω πει δημόσια αυτό.”

“Ένας νέοκολπος δεν είναι μουνί.”, λέει η Άμπυ τσαντισμένη, “Είναι μια ανοιχτή πληγή που πρέπει να την ανοίγεις καθημερινός ξανά και ξανά για να μην κλείσει. Νομίζεις πως δεν ξέρω πως είναι αυτά; ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΜΟΥΝΊ ΑΥΤΌ!”. Το λέει φωνάζοντας και όλοι την κοιτάνε.

“Πολύ καλά λοιπόν…” λέει η Τζούλια, που φαίνεται να είναι συνηθισμένει σε τέτοια. Απλά σηκώνεται και ετοιμάζεται να φύγει. “Χάρηκα για την γνωριμία και συγνώμη για την σύγχυση.”. Η Άμπυ δεν την κοιτάει, κοιτάει το τραπέζι και συνεχίζει να τρέμει.

Ανοίγοντας την τσάντα της η Τζούλια βγάζει ένα βιβλίο. “Ήθελα να σου το χαρίσω. Εγώ το έγραψα. Ελπίζω να το διαβάσεις κάποτε.”. Το αφήνει στο τραπέζι και φεύγει.

Με το που εξαφανίζεται η Τζούλια η Άμπυ παίρνει το βιβλίο και το ξεφυλλίζει. Στην πρώτη σελίδα έχει ένα αφιέρωμα. “Για την Άμπυ. Μαζί στην πάλη. Με πολύ αγάπη Τζούλια.”

Λίγο αργότερα αφήνει το βιβλίο της Τζούλιας στην χαριστική βιβλιοθήκη έξω από την Στέγη και γυρίζει σπίτι μόνη. Θυμώντας τα χείλη της Τζούλιας προσπαθεί να θυμηθεί αν ένιωσε μούσια φιλώντας το μάγουλο της.

“Ήταν βιασμός αυτό, δεν ήταν;”, αναρωτιέται πάλι η Άμπυ γνωρίζοντας την απάντηση.

P.S. Μιας και μου έκλεψες τις σκέψεις, σου έκλεψα και εγω τον χαρακτήρα που ήθελες να αποκαθίστησεις.

 

Advertisements

Το αγόρι που ήθελε να γίνει κορίτσι δεν έφαγε το φαγητό του πουλιού αλλά τα μούτρα του στο τσιμέντο του πεζοδρομίου μπροστά από το γκαράζ του πολυκαταστήματος. Είχε το επίθετο του πουλιού. Στην καρδιά μου πάντα φοβόμουνα πως κάποια μέρα θα διάβαζα μια τέτοια είδηση στην εφημερίδα για αυτήν. Πάντα αναρωτιόμουνα αν το όνομα της ήταν στα κρυφά αφιέρωμα.

Court records show he was given a three year community order after pleading guilty to possessing prohibited images of children & three counts of making indecent photos or pseudo photos of a child.

An inquest at Newport Coroner’s Court heard how the teenager – also known as Nat – died later that day after falling from the Kingsway shopping centre’s car park in Newport.

Nathan Bird, 19, had appeared at Cardiff Crown Court on November 21 last year where he received a non-custodial sentence. A statement by his mother said: “Nat was in the process of changing gender from male to female.

The teenager, from Newport, had been diagnosed with Asperger syndrome at the age of seven. His mother said he had applied to study drama at university. She said he was “a talented actor but had trouble with social situations”

 

 

“I was concerned for his welfare but his solicitor passed a note from him saying he loved me.

“At 6pm the same day two police officers came to my home to inform me of Nat’s death.”

Dr Ian Thomson, a consultant pathologist at the Royal Gwent Hospital, told the inquest that the 19-year-old died of a skull fracture consistent with falling from a great height.

http://www.walesonline.co.uk/news/wales-news/teenager-took-life-hours-after-13582531

A transgender drama student died when he fell from a building after being caught with child pornography, an inquest was told.

It happened the day after Nathan Bird, 20, appeared in court, where he was convicted of possessing an indecent image of a child, in November last year.

The hearing was told how Nathan – who had begun to call himself Nat – was undergoing a sex change to become a woman at the time of his death.

His mother said her son had ‘gender’ issues and struggled with social situations.
Mrs Bird, from Newport said: ‘I last saw him in October last year when I went to his university to give him a mobile phone and we went for a meal together.

http://metro.co.uk/2017/09/07/transgender-student-takes-own-life-after-being-caught-with-child-pornography-6909895/

 

Reconnaissance Flight (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Είχα ένα όνειρο πως πετούσα πάνω από ένα γυμνό σώμα και το παρακολουθούσα από ψηλά όπως μέσα από ένα ελικόπτερο. Η μπορεί να ήμουνα και τηλεκινούμενο, δεν ξέρω. Το σώμα αυτό, που είχε ανδρικά και γυναικεία στοιχεία, ήταν σαν μια απέραντη επέκταση. Το σώμα εμφανιζότανστην αρχικά σαν ένας ψηφιακός σκελετός, όπως ένα 3D animation πριν του περσάσεις το φίλτρο με την σάρκα καλύπτοντας το εξωτερικό. Μετά η εικονα άρχισε να αναβοσβήνει και εμφανίστηκε σαν κανονικό σώμα. Μόνο όταν έφτασα στο πρόσωπο και είδα το δικό σου κατάλαβα πως το σώμα που παρακολουθούσα είναι το δικό σου. Είχες τα μάτια σου κλειστά και ένα στεφάνι από λουλούδια στα μαλλιά όπως η Frida που και οι δύο μας αγαπάμε και κοιμόσουνα ήρεμα. Ούτε που έπαιρνες χαμπάρι το ελικόπτερο/τηλεκινούμενο που περνούσε από πάνω σου. Ξαφνιάστηκα και ντράπηκα τόσο πολύ που ξύπνησα αμέσως.

Σε παρακαλώ, μην εμφανίζεσαι άλλο πια στα όνειρα μου. Δεν αντέχω άλλο. Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι σε σκέφτομαι και κλαίω. Θέλω να σταματήσω να κλαίω. Δεν θέλω να σε αναζητώ στα όνειρα μου. Δεν θέλω αλλά παρακοινωνικά όνειρα. Θέλω να σε βλέπω να χάνεσαι μακριά, πάντα ελεύθερη.

Κλαις; (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events

Now you say you’re lonely
You cried the long night through
Well, you can cry me a river
Cry me a river
I cried a river over you

Nadja: Why are you looking at me like that?
Bill: I followed you down the street, once.

You ask people to forgive but you do not forgive yourself. And it’s very telling how you now respond by icing these people & withdrawing emotional intimacy seemingly as form of punishment.

Why nuke all these shared moments? Why burn Leda and the Swan? Emotional withdrawal and withdrawal of intimacy is what an abuser does in a toxic relationship.

You said you were a Kafka fan, and I remember how Kafka wanted all his work destroyed after his death. We are only able to read his works in the present because someone violated Kafka’s deathbed wish. I could no longer read Kafka when I found out.

Because I have saved a couple of the moments you’ve nuked, I have now unwillingly become the keeper of a secret.

I have a moment here where you’re drunkenly trying to play Bach. You stagger over to your piano, arrange the tabs with trembling hands & begin to play, I can tell by ear that you are messing up, quickly you give up. You stagger back to the microphone, you apologize, go back to the piano and then you play the blues which you manage better.

I kept this moment because I was surprised at how self-conscious you were of your playing despite being so drunk. I came across this moment while researching you, back when I was so angry at you yet fascinated enough to keep searching for the answers you would not give. It was a moment that humanized you in my eyes after I had so thoroughly dehumanized you, so I kept it. Because before that moment, I could only see you as a drunk in a dress.

This moment, by virtue of being memory-holed by you, has now been turned into a secret, and I have become the keeper of this secret against my will. Secrets burn a hole in your soul the way money burns a hole in your poket, and I hate being the keeper of secrets.

Είμαι μια χαρά (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Δεν έχω μυστικό.
Μόνη κοιμάμαι.
Μόνη τρώω.
Έχω φίλους πολλούς.
Δεν ζητάω βοήθεια
Σας λέω, είμαι μια χαρά.
Είμαι μια χαρά.

Γιατι

“Κάποιος πρέπει να με σταματήσει” (short story)

This short story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει, “Κάποιος πρέπει να με σταματήσει”
Αλλά ποιος την ακούει να παρακαλάει;
“Θέλω να είμαι όμορφη και με τρελαίνει.”
Κάποιος πρέπει να με σταματήσει και εμένα
Να μην την πατήσω
Και σε πάρω όταν σε βλέπω να παρακαλάς έτσι
Σε βλέπω να κλαις για το αγόρι που έχασες
Και κλαίω και εγώ μαζί σου για το χαμένο αγόρι σου
Καταδικασμένες να κλαίμε ξεχωριστά
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε παρηγορήσω
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε σταματήσω
Ποιος θα σου πει πως είναι πια αργά
Ποιος θα σου πει πως τα πράγματα δεν πάνε καλά
Under neon loneliness
Το πιο όμορφο κορίτσι του σκουπιδότοπου
Ψάχνει της πόλης την κυρά
Πυρετώδης τριγυρνά
Κανένας δεν την σταματά
Να μου την προσέχετε
Γύρω της να χορεύετε
Και να την χαϊδεύετε

Σε είδα επιτέλους στο όνειρο μου πριν μερικές μέρες. Ήμουν στην κουζίνα μου, η τουλάχιστον σε ένα δωμάτιο που ήταν η κουζίνα μου, και είπα κάτι, δεν θυμάμαι καν τί η σε σχέση με τί. Στην άλλη μεριά του δωματίου εμφανίστηκες εσύ, φορούσες το μαύρο φόρεμα σου με την άσπρη δαντέλα στους ώμους, κρατούσες ένα ποτό στο χέρι, και μου είπες κάτι πολύ πιο έξυπνο από αυτό που είπα πριν εγώ. Δεν θυμάμαι καν τί. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ με την ιδιοφυΐα σου που ξύπνησα. Ήθελα να με ξαναπάρει ο ύπνος για να ακούσω τί άλλο έχεις να μου πεις αλλά δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Προσπαθώντας, άκουσα την φωνή σου να λέει, “emotions matter”. Θέλω πολύ να ακούσω τι άλλο έχεις να μου πεις. Έλα να με ξανάβρεις στο όνειρο.

 

Η Ναταλίτσα και ο δυστυχισμένος κλόουν (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει πως εάν είχε μια χρονομηχανή θα πήγαινε πίσω στο έτος 2013 να βρει τον δυστυχισμένο κλόουν στην Περιφέρεια της Ουάσινγκτον. Εκείνος ο κλόουν που είχε τάσεις αυτοκτονίας. Ο κλόουν που έβλεπε μια γυναίκα που μισούσε τον σύζυγο της να πέφτει κατάμουτρα μπροστά του και να σπάει τα δόντια της στο ασφαλτόδρομο. “Συνέχιζε να μελετάς την Βίβλο σου!”, του είπε μια θεούσα. Κάθε βράδυ μετά από την δουλειά την έριχνε στο πιοτό. Αργότερα τα Σαββατοκύριακα στο ταξί άκουγε από το ραδιόφωνο την καντάτα του Μπαχ να του τρυπώνει την ψυχή σαν αγκίστρι και δεν άντεχε. Έκλαιγε μόνος μέσα στο αμάξι. Η Ναταλίτσα ακόμα δακρύζει θυμώντας αυτόν τον κλόουν χαμένος πια στο παρελθόν. “Θα ήθελα να με έβλεπε όπως είμαι τώρα και να ήξερε πως υπάρχει ελπίδα.”.

Το 2013, στην άλλη μεριά του κόσμου γνώρισα και εγώ έναν δυστυχισμένο κλόουν που είναι πότης. Ένας κλόουν με μακριές βλεφαρίδες σαν τις δικές σου και χάντρες στολίδια γύρω από τα μάτια του, όπως σε είδα να φοράς κάποτε και εσύ όταν ήσουνα ακόμα αγόρι. Σε αντίθεση με εσένα Ναταλίτσα μπόρεσα και του μίλησα και αργότερα τον συνάντησα. Γίναμε φίλοι και μου χάρισε την μουσική του να με παρηγορεί και να με νανουρίζει. Τώρα πια σταμάτησε να φοράει μέικαπ και σταμάτησε πια να είναι κλόουν. Σταμάτησε να τραγουδάει. Κανένας δεν ξέρει τι έγινε η κιθάρα του η Ελπίδα. Συνεχίζει να πίνει. Ζει άκαρδος με τα ρομποτάκια του όπως εσύ με τα μανεκέν σου. Abigail left him some candy after he died.

Another one of those dazzling coincidences that logicians loathe and poets love.
Αχ Ναταλίτσα μου, έχω μόνο λέξεις να παίζω.

Writing a story is like walking around inside a movie, each of the film slices suddenly jut up and you see every aspect of the scene as if it were a holograph you could turn every which way in slow forward or fast back and even remote viewing. One can adjust the stage, move the […]

via Thoughts on Writing a Story — Techno Occulture

Phantom limbs curried with rice and green onions (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Καταραμένο τηλέφωνο. Μισώ τα τηλέφωνα και μισώ την φωνή μου. Πατάει το αστέρι τριανταπέντε αστέρι για να εξαφανιστεί, μετά πατάει το νούμερο που αρχίζει με μηδέν μηδέν ένα και ακούει τον ήχο στην άλλη άκρη του κόσμου. Πως να της μιλήσω αφού μου έκοψαν την γλώσσα, σκέφτεται ενώ τα δάκρυα τρέχουν από τα μάγουλα της. Πως ζητάς συγνώμη όταν δεν έχεις γλώσσα να το πεις. Μακάρι να μου βγει ο τηλεφωνητής. Μακάρι να να έχει ακυρωθεί αυτό το νούμερο. Μακάρι να το ξεχνούσα το βράδυ που το βρήκα. Δεν αντέχω να γνωρίζω αυτό το νουμερο και να ζω με την γνώση πως ποτέ δεν της μίλησα.

Ακούει την φωνή του πιο ομορφου κοριτσιού στην άλλη άκρη του κόσμου να απαντάει. Της φαινεται σχεδόν απίστευτο. Με την γλώσσα που δεν έχει της λέει:

“Γεια σου Ναταλία, είμαι η Μαύρη Καραμέλα, σε παρακαλώ μην μου κλίνεις το τηλέφωνο στο αυτί. Θέλω μόνο να σου κάνω μια ερώτηση. Πήρες της αποστολές μου; Διαβάζεις αυτά που σου γράφω;”

Πριν προλάβει να κλείσει το τρομαγμένο κορίτσι το τηλέφωνο το έχει ήδη κλείσει αυτή από την πλευρά της. Δεν άντεξε να ακούσει την απάντηση που δεν θα έπαιρνε ποτέ. Κοιτάει το τραπέζι που έχει λερώσει με τα αίματα που τρέχουν από το στόμα της. Σε μια γωνιά του τραπεζιού βλέπει την ακρωτηριασμένη γλώσσα της. Στο πάτωμα έχει πέσει το κομμάτι του σπασμένου καθρέφτη που πήρε και αφέρεσε την γλώσσα της. “Αυτό είναι μάλλον το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να της έκανα.”.

 

Η Ναταλίτσα και οι τέσσερις εποχές του Αλφόνς Μούκα (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Βαρεμάρα μου τρομάρα μου.
Θυμάσαι που κάποτε πηγενές για βόλτα στο δάσος;
Για να τα ξεχάσεις όλα αυτά και να σκεφτείς άλλα;
Δεν θα σου άρεσε να πηγενές πάλι εκεί;
Έτσι όπως είσαι τώρα;
Να φορούσες το πιο όμορφο σου φουστάνι και να περπατάς στο δάσος για ώρες μόνη;
Να νιώθεις τον φθινοπωρινό αέρα στα μαλλια σου;
Το Οκτωβριανό κρύο που σου κρατάει παρέα από τότε που γενήθηκες;
Ναταλίτσα, θέλω να νιώσεις το γλυκό Οκτωβριανό κρύο εκεί έξω στο δάσος να σου μαστιγώνει το σώμα.
Όχι αυτό το φρικτό κρύο που σε καίει από μέσα.
Αυτήν την ψυχρή φωτιά που σβήνεις κάθε φορά που πίνεις.

Στα βάθη του δάσους βρίσκεται μια λίμνη.
Εκεί βρίσκεις τις τέσσερις εποχές του Αλφόνς Μούκα.
Την ανοιξιάτικη.
Την καλοκαιρινή.
Την φθινοπωρινή.
Την χειμωνιάτικη.
Η μια σου τραγουδά.
Αυτή με τις παπαρούνες σου φέρνει τα πιο απαγορευμένα.
Μεθάς πάλι με την άλλην.
Αυτή με τα κρύα χέρια σου δίνει να χαϊδέψεις το πουλάκι που κρύβει στην χούφτα της.
Σου στολίζουν τα μαλλιά με λουλούδια.
Σε βυθίζουν στα νερά της λίμνης.

Κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο σας βλέπω μαζί.
Φοβάμαι μην αντικρίσω τα μάτια σου.
Θέλω και εγώ να χαθώ εκεί που χάνονται οι τέσσερις εποχές της ζωής σου.
Στο δάσος με τα νεκρά κουνέλια.