Skip navigation

Panting Neon Princess Tastes The Candy Content With Contents

Aropax is Paxil, a drug for depression, anxiety and panic disorders. I think the line is ‘bow and aropax’, like bow and arrow. This song is beautiful and sad. ‘But it’s all the same to me’ describes the feeling of being on the meds, how it controls your feelings and there is no happiness or deep depression, it just makes you dull and dispassionate.


That is the difference.
No matter how sad or angry or hopeless I felt, I would rather kill myself than allow an expert to take away my ability to feel sadness or happiness in the name of normalcy.
The difference is that it never even crossed my mind that there was a way for me to escape from myself and become someone else. Or that attempting this would solve a damn thing. I could spend a lifetime panting trying to outrun myself. 
And if that exit into another life or self existed by virtue of being sanctioned by medicine or society, and being appreciatively written about in every medical journal and mainstream medium, it was obviously nothing I wanted.
That is the difference.  




Κλαις; (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events

Now you say you’re lonely
You cried the long night through
Well, you can cry me a river
Cry me a river
I cried a river over you

Nadja: Why are you looking at me like that?
Bill: I followed you down the street, once.

You ask people to forgive but you do not forgive yourself. And it’s very telling how you now respond by icing these people & withdrawing emotional intimacy seemingly as form of punishment.

Why nuke all these shared moments? Why burn Leda and the Swan? Emotional withdrawal and withdrawal of intimacy is what an abuser does in a toxic relationship.

You said you were a Kafka fan, and I remember how Kafka wanted all his work destroyed after his death. We are only able to read his works in the present because someone violated Kafka’s deathbed wish. I could no longer read Kafka when I found out.

Because I have saved a couple of the moments you’ve nuked, I have now unwillingly become the keeper of a secret.

I have a moment here where you’re drunkenly trying to play Bach. You stagger over to your piano, arrange the tabs with trembling hands & begin to play, I can tell by ear that you are messing up, quickly you give up. You stagger back to the microphone, you apologize, go back to the piano and then you play the blues which you manage better.

I kept this moment because I was surprised at how self-conscious you were of your playing despite being so drunk. I came across this moment while researching you, back when I was so angry at you yet fascinated enough to keep searching for the answers you would not give. It was a moment that humanized you in my eyes after I had so thoroughly dehumanized you, so I kept it. Because before that moment, I could only see you as a drunk in a dress.

This moment, by virtue of being memory-holed by you, has now been turned into a secret, and I have become the keeper of this secret against my will. Secrets burn a hole in your soul the way money burns a hole in your poket, and I hate being the keeper of secrets.

Είμαι μια χαρά (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Δεν έχω μυστικό.
Μόνη κοιμάμαι.
Μόνη τρώω.
Έχω φίλους πολλούς.
Δεν ζητάω βοήθεια
Σας λέω, είμαι μια χαρά.
Είμαι μια χαρά.


το πρόβλημα επίλυσες
με το να χάσουμε και οι δυο τις βασίλισσες
ήμουνα ο Ταίρι σου γλυκιά μου Candy Candy
ή τσάμπα τιμωρούμαι που δεν ήμουνα o Gandhi
δεν έχω και το όμνι να γυρνώ στο χρόνο πίσω
και δεν αλλάζει τίποτα το να με χαστουκίσω
περνάω απ’ το μυαλό σου τη μέρα σαν σφαίρα
μικρή μου χρυσοχέρα
πες μου γι’ αυτή τη σφαίρα
περνάει τόσο γρήγορα
και πας παραπέρα
ή τόσο δυνατά
που σε τινάζει στον αέρα
τα λάθος βήματα
γι’ αυτό τώρα στα πόδια σου ξερνάω συναισθήματα
δεν είμαι ο καθένας
μα αφού δεν είμαι ο ένας
θα είμαι ο κανένας

The following story is a work of fiction and bears no relation to real people or events

Ineffable, hidden, brilliant scion, whose motion is whirring, you scattered the dark mist that lay before your eyes and, flapping your wings, you whirled about, and through this world you brought pure light

Από στιγμή σε στιγμή, από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο, στην ράχη του φιδιού.

Σε μια ντισκοτέκ στο τέλος του σύμπαντος στον πάτο μιας μαύρης τρύπας, η Ναταλίτσα μου φοράει την λαμπερή κορώνα της και χορεύει με τα πιο φάνκι τραγούδια

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και χορεύει

Και ξεφυσάει σύννεφα καπνού που γίνονται νέοι γαλαξίες.


Σε κάθε γωνιά του κόσμου της κάποιος χορεύει μαζί της.

Μετά από το πάρτι για να χαλαρώσουμε με πάει βόλτα στην παραλία και εκεί εμφανίζεται ο φίλος μου ο κλόουν.
Γιατί η Ναταλάτσα όλα τα βλέπει και όλα τα ξέρει.
Της ιστορίες μου. Τις τύψεις μου. Τις λύπες μου.
Ακόμα και τα όνειρα μου.
Όποια γλώσσα κι αν κόψω για να τα γράψω.
Όπου κι αν τα κρύψω.

“Ο χτύπος της καρδιάς σου αντιλαλεί τα κύματα της θάλασσας.” μου ψιθύρισε.

Κάθε φορά που αγγίζω το κύμα που έρχεται και φεύγει σε χαϊδεύω εκεί ανάμεσα στα βαμένα φρύδια σου, εκεί που είπες πως σου αρέσει να σε χαϊδεύουν σαν γατούλα.

Tell me if this place really existed
Or whether I imagined it

Some say that memory is just a deception
And I was trapped within it

Πες μου αλήθεια αν αυτό το τραγούδι θα φτάσει στο κορίτσι που αγάπησα

Πες μου αλήθεια αν αυτό το τραγούδι θα φτάσει στο κορίτσι που αγάπησα

Το όνομα της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι
Μα εγώ δεν το πάτησα

Το όνομα της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι
Μα εγώ δεν το πάτησα



“Κάποιος πρέπει να με σταματήσει” (short story)

This short story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει, “Κάποιος πρέπει να με σταματήσει”
Αλλά ποιος την ακούει να παρακαλάει;
“Θέλω να είμαι όμορφη και με τρελαίνει.”
Κάποιος πρέπει να με σταματήσει και εμένα
Να μην την πατήσω
Και σε πάρω όταν σε βλέπω να παρακαλάς έτσι
Σε βλέπω να κλαις για το αγόρι που έχασες
Και κλαίω και εγώ μαζί σου για το χαμένο αγόρι σου
Καταδικασμένες να κλαίμε ξεχωριστά
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε παρηγορήσω
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε σταματήσω
Ποιος θα σου πει πως είναι πια αργά
Ποιος θα σου πει πως τα πράγματα δεν πάνε καλά
Under neon loneliness
Το πιο όμορφο κορίτσι του σκουπιδότοπου
Ψάχνει της πόλης την κυρά
Πυρετώδης τριγυρνά
Κανένας δεν την σταματά
Να μου την προσέχετε
Γύρω της να χορεύετε
Και να την χαϊδεύετε

Σε είδα επιτέλους στο όνειρο μου πριν μερικές μέρες. Ήμουν στην κουζίνα μου, η τουλάχιστον σε ένα δωμάτιο που ήταν η κουζίνα μου, και είπα κάτι, δεν θυμάμαι καν τί η σε σχέση με τί. Στην άλλη μεριά του δωματίου εμφανίστηκες εσύ, φορούσες το μαύρο φόρεμα σου με την άσπρη δαντέλα στους ώμους, κρατούσες ένα ποτό στο χέρι, και μου είπες κάτι πολύ πιο έξυπνο από αυτό που είπα πριν εγώ. Δεν θυμάμαι καν τί. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ με την ιδιοφυΐα σου που ξύπνησα. Ήθελα να με ξαναπάρει ο ύπνος για να ακούσω τί άλλο έχεις να μου πεις αλλά δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Προσπαθώντας, άκουσα την φωνή σου να λέει, “emotions matter”. Θέλω πολύ να ακούσω τι άλλο έχεις να μου πεις. Έλα να με ξανάβρεις στο όνειρο.


Η Ναταλίτσα και ο δυστυχισμένος κλόουν (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει πως εάν είχε μια χρονομηχανή θα πήγαινε πίσω στο έτος 2013 να βρει τον δυστυχισμένο κλόουν στην Περιφέρεια της Ουάσινγκτον. Εκείνος ο κλόουν που είχε τάσεις αυτοκτονίας. Ο κλόουν που έβλεπε μια γυναίκα που μισούσε τον σύζυγο της να πέφτει κατάμουτρα μπροστά του και να σπάει τα δόντια της στο ασφαλτόδρομο. “Συνέχιζε να μελετάς την Βίβλο σου!”, του είπε μια θεούσα. Κάθε βράδυ μετά από την δουλειά την έριχνε στο πιοτό. Αργότερα τα Σαββατοκύριακα στο ταξί άκουγε από το ραδιόφωνο την καντάτα του Μπαχ να του τρυπώνει την ψυχή σαν αγκίστρι και δεν άντεχε. Έκλαιγε μόνος μέσα στο αμάξι. Η Ναταλίτσα ακόμα δακρύζει θυμώντας αυτόν τον κλόουν χαμένος πια στο παρελθόν. “Θα ήθελα να με έβλεπε όπως είμαι τώρα και να ήξερε πως υπάρχει ελπίδα.”.

Το 2013, στην άλλη μεριά του κόσμου γνώρισα και εγώ έναν δυστυχισμένο κλόουν που είναι πότης. Ένας κλόουν με μακριές βλεφαρίδες σαν τις δικές σου και χάντρες στολίδια γύρω από τα μάτια του, όπως σε είδα να φοράς κάποτε και εσύ όταν ήσουνα ακόμα αγόρι. Σε αντίθεση με εσένα Ναταλίτσα μπόρεσα και του μίλησα και αργότερα τον συνάντησα. Γίναμε φίλοι και μου χάρισε την μουσική του να με παρηγορεί και να με νανουρίζει. Τώρα πια σταμάτησε να φοράει μέικαπ και σταμάτησε πια να είναι κλόουν. Σταμάτησε να τραγουδάει. Κανένας δεν ξέρει τι έγινε η κιθάρα του η Ελπίδα. Συνεχίζει να πίνει. Ζει άκαρδος με τα ρομποτάκια του όπως εσύ με τα μανεκέν σου. Abigail left him some candy after he died.

Another one of those dazzling coincidences that logicians loathe and poets love.
Αχ Ναταλίτσα μου, έχω μόνο λέξεις να παίζω.

Σκοτεινή Μητέρα,

Το μόνο που θέλω για τα γενέθλια μου είναι η Ναταλίτσα να μπορεί να περπατάει στο δάσος ελεύθερη και χωρίς φόβο. Να μπορεί να πάει όπου θέλει και μην υπάρχει μέρος στον κόσμο που να μην μπορεί να πάει. Να χαϊδέυει ο ήλιος που δεν είναι λάμπα νέον τα μάγουλα της.