Skip navigation

Tell me if this place really existed
Or whether I imagined it

Some say that memory is just a deception
And I was trapped within it

Πες μου αλήθεια αν αυτό το τραγούδι θα φτάσει στο κορίτσι που αγάπησα

Πες μου αλήθεια αν αυτό το τραγούδι θα φτάσει στο κορίτσι που αγάπησα

Το όνομα της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι
Μα εγώ δεν το πάτησα

Το όνομα της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι
Μα εγώ δεν το πάτησα

Το_όνομα_της_ακόμα_είναι_γραμμένο_στο_κουδούνι_μα_εγώ_δεν_το_πάτησα

 

Advertisements

“Κάποιος πρέπει να με σταματήσει” (short story)

This short story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει, “Κάποιος πρέπει να με σταματήσει”
Αλλά ποιος την ακούει να παρακαλάει;
“Θέλω να είμαι όμορφη και με τρελαίνει.”
Κάποιος πρέπει να με σταματήσει και εμένα
Να μην την πατήσω
Και σε πάρω όταν σε βλέπω να παρακαλάς έτσι
Σε βλέπω να κλαις για το αγόρι που έχασες
Και κλαίω και εγώ μαζί σου για το χαμένο αγόρι σου
Καταδικασμένες να κλαίμε ξεχωριστά
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε παρηγορήσω
Δεν θα μπορέσω ποτέ να σε σταματήσω
Ποιος θα σου πει πως είναι πια αργά
Ποιος θα σου πει πως τα πράγματα δεν πάνε καλά
Under neon loneliness
Το πιο όμορφο κορίτσι του σκουπιδότοπου
Ψάχνει της πόλης την κυρά
Πυρετώδης τριγυρνά
Κανένας δεν την σταματά
Να μου την προσέχετε
Γύρω της να χορεύετε
Και να την χαϊδεύετε

Σε είδα επιτέλους στο όνειρο μου πριν μερικές μέρες. Ήμουν στην κουζίνα μου, η τουλάχιστον σε ένα δωμάτιο που ήταν η κουζίνα μου, και είπα κάτι, δεν θυμάμαι καν τί η σε σχέση με τί. Στην άλλη μεριά του δωματίου εμφανίστηκες εσύ, φορούσες το μαύρο φόρεμα σου με την άσπρη δαντέλα στους ώμους, κρατούσες ένα ποτό στο χέρι, και μου είπες κάτι πολύ πιο έξυπνο από αυτό που είπα πριν εγώ. Δεν θυμάμαι καν τί. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ με την ιδιοφυΐα σου που ξύπνησα. Ήθελα να με ξαναπάρει ο ύπνος για να ακούσω τί άλλο έχεις να μου πεις αλλά δεν μπορούσα να ξανακοιμηθώ. Προσπαθώντας, άκουσα την φωνή σου να λέει, “emotions matter”. Θέλω πολύ να ακούσω τι άλλο έχεις να μου πεις. Έλα να με ξανάβρεις στο όνειρο.

 

Η Ναταλίτσα και ο δυστυχισμένος κλόουν (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Η Ναταλίτσα λέει πως εάν είχε μια χρονομηχανή θα πήγαινε πίσω στο έτος 2013 να βρει τον δυστυχισμένο κλόουν στην Περιφέρεια της Ουάσινγκτον. Εκείνος ο κλόουν που είχε τάσεις αυτοκτονίας. Ο κλόουν που έβλεπε μια γυναίκα που μισούσε τον σύζυγο της να πέφτει κατάμουτρα μπροστά του και να σπάει τα δόντια της στο ασφαλτόδρομο. “Συνέχιζε να μελετάς την Βίβλο σου!”, του είπε μια θεούσα. Κάθε βράδυ μετά από την δουλειά την έριχνε στο πιοτό. Αργότερα τα Σαββατοκύριακα στο ταξί άκουγε από το ραδιόφωνο την καντάτα του Μπαχ να του τρυπώνει την ψυχή σαν αγκίστρι και δεν άντεχε. Έκλαιγε μόνος μέσα στο αμάξι. Η Ναταλίτσα ακόμα δακρύζει θυμώντας αυτόν τον κλόουν χαμένος πια στο παρελθόν. “Θα ήθελα να με έβλεπε όπως είμαι τώρα και να ήξερε πως υπάρχει ελπίδα.”.

Το 2013, στην άλλη μεριά του κόσμου γνώρισα και εγώ έναν δυστυχισμένο κλόουν που είναι πότης. Ένας κλόουν με μακριές βλεφαρίδες σαν τις δικές σου και χάντρες στολίδια γύρω από τα μάτια του, όπως σε είδα να φοράς κάποτε και εσύ όταν ήσουνα ακόμα αγόρι. Σε αντίθεση με εσένα Ναταλίτσα μπόρεσα και του μίλησα και αργότερα τον συνάντησα. Γίναμε φίλοι και μου χάρισε την μουσική του να με παρηγορεί και να με νανουρίζει. Τώρα πια σταμάτησε να φοράει μέικαπ και σταμάτησε πια να είναι κλόουν. Σταμάτησε να τραγουδάει. Κανένας δεν ξέρει τι έγινε η κιθάρα του η Ελπίδα. Συνεχίζει να πίνει. Ζει άκαρδος με τα ρομποτάκια του όπως εσύ με τα μανεκέν σου. Abigail left him some candy after he died.

Another one of those dazzling coincidences that logicians loathe and poets love.
Αχ Ναταλίτσα μου, έχω μόνο λέξεις να παίζω.

Σκοτεινή Μητέρα,

Το μόνο που θέλω για τα γενέθλια μου είναι η Ναταλίτσα να μπορεί να περπατάει στο δάσος ελεύθερη και χωρίς φόβο. Να μπορεί να πάει όπου θέλει και μην υπάρχει μέρος στον κόσμο που να μην μπορεί να πάει. Να χαϊδέυει ο ήλιος που δεν είναι λάμπα νέον τα μάγουλα της.

 

After the pulse, gaps in time

 

I found her on a night of fire and noise
Her shadow fanged and hairy and mad
She had a heart full of love and devotion
She had a mind full of tyranny and terror
Well I try, I do, I really try
But I just, er, baby
I do, I error.

PoliticalIdeologyCatgirls

Writing a story is like walking around inside a movie, each of the film slices suddenly jut up and you see every aspect of the scene as if it were a holograph you could turn every which way in slow forward or fast back and even remote viewing. One can adjust the stage, move the […]

via Thoughts on Writing a Story — Techno Occulture

SingleGirl

because Dutch gothic metal sopranos do it better.

 

 

 

We exist within a state of astronomic silence
Thinking we can escape pain and defeat
We cannot see eye to eye with the ones we love

​Ζούμε μέσα σε μια σιωπή διαστημική.
Νομίζουμε ότι θα ξεφύγουμε από τον πόνο και την ήττα.
Δεν κοιταζόμαστε στα μάτια μ’ αυτούς που αγαπάμε.

PutThisWithPhoneNumbersIForgot01

In the name of the culture of hate
ideas that slowly perish in the dark

Για την κουλτούρα του μίσους
τις ιδέες που αργοπεθαίνουν στα σκοτάδια

PutThisWithPhoneNumbersIForgot02

An autumn, a winter, a spring and a summer have passed
Without us perceiving the end of hope
Let it sink in, we say
As a society we could not withstand this historic turn

Και περάσαμε
ένα φθινόπωρο,
ένα χειμώνα,
μια άνοιξη
κι ένα καλοκαίρι
χωρίς να καταλαβαίνουμε τις παύσεις ελπίδας
Ας το πάρουμε χαμπάρι, λέμε
δεν αντέξαμε σαν κοινωνία αυτή τη στροφή της ιστορίας.

PutThisWithPhoneNumbersIForgot03

Some stay, some leave
These constant small funerals
Loved ones depart
Without wanting to bid us goodbye

Άλλοι μένουν κι άλλοι φεύγουν.
Όλο μικρές κηδείες.
Αγαπημένοι αποχωρούν
χωρίς να θέλουν να μας αποχαιρετήσουν.

PutThisWithPhoneNumbersIForgot04

We did not pull ourselves up again

Δεν ξανασηκωθήκαμε.

PutThisWithPhoneNumbersIForgot05

We break apart
We break again and again into many pieces
We talk to each other inside our heads

Αποχωριζόμαστε,
σπάμε ξανά και ξανά σε πολλά κομμάτια
Μιλάμε ο ένας στον άλλο από μέσα μας

PutThisWithPhoneNumbersIForgot06

We are not imaginary friends
We are real friends
Who live inside our heads
In the only homeland we have
Who has the courage for making phonecalls?

Δεν είμαστε φανταστικοί φίλοι
Είμαστε πραγματικοί φίλοι
που ζούμε στο μυαλό μας
στη μόνη πατρίδα που έχουμε
Πού κουράγιο για τηλεφωνήματα;

PutThisWithPhoneNumbersIForgot07

We only exchange post cards
We gift each other books, candies and lyrics
Anything that might replace
caresses and comfort
Anything that might whisper dreams
sweetness and words

Μόνο ανταλλάσσουμε καρτ-ποστάλ
Βάζουμε μέσα βιβλία, γλυκά και στίχους
Ό,τι μπορεί να υποκαταστήσει
τα χάδια και το κουράγιο
να ψιθυρίσει όνειρα
Ζάχαρη και λέξεις

PutThisWithPhoneNumbersIForgot08

We gather our strength and drink
To an imaginary world

Μαζεύουμε δυνάμεις και πίνουμε.
Σε ένα φανταστικό κόσμο

 

Phantom limbs curried with rice and green onions (short story)

The following story is a work of fiction and bears no relation to existing people or events.

Καταραμένο τηλέφωνο. Μισώ τα τηλέφωνα και μισώ την φωνή μου. Πατάει το αστέρι τριανταπέντε αστέρι για να εξαφανιστεί, μετά πατάει το νούμερο που αρχίζει με μηδέν μηδέν ένα και ακούει τον ήχο στην άλλη άκρη του κόσμου. Πως να της μιλήσω αφού μου έκοψαν την γλώσσα, σκέφτεται ενώ τα δάκρυα τρέχουν από τα μάγουλα της. Πως ζητάς συγνώμη όταν δεν έχεις γλώσσα να το πεις. Μακάρι να μου βγει ο τηλεφωνητής. Μακάρι να να έχει ακυρωθεί αυτό το νούμερο. Μακάρι να το ξεχνούσα το βράδυ που το βρήκα. Δεν αντέχω να γνωρίζω αυτό το νουμερο και να ζω με την γνώση πως ποτέ δεν της μίλησα.

Ακούει την φωνή του πιο ομορφου κοριτσιού στην άλλη άκρη του κόσμου να απαντάει. Της φαινεται σχεδόν απίστευτο. Με την γλώσσα που δεν έχει της λέει:

“Γεια σου Ναταλία, είμαι η Μαύρη Καραμέλα, σε παρακαλώ μην μου κλίνεις το τηλέφωνο στο αυτί. Θέλω μόνο να σου κάνω μια ερώτηση. Πήρες της αποστολές μου; Διαβάζεις αυτά που σου γράφω;”

Πριν προλάβει να κλείσει το τρομαγμένο κορίτσι το τηλέφωνο το έχει ήδη κλείσει αυτή από την πλευρά της. Δεν άντεξε να ακούσει την απάντηση που δεν θα έπαιρνε ποτέ. Κοιτάει το τραπέζι που έχει λερώσει με τα αίματα που τρέχουν από το στόμα της. Σε μια γωνιά του τραπεζιού βλέπει την ακρωτηριασμένη γλώσσα της. Στο πάτωμα έχει πέσει το κομμάτι του σπασμένου καθρέφτη που πήρε και αφέρεσε την γλώσσα της. “Αυτό είναι μάλλον το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να της έκανα.”.